Παρνασσός
«Διπλὲς ἐμένανε οἱ κορφές, διπλὸ καὶ τ᾿ ὄνομά μου,
ὁ γέρος εἶμαι ὁ Παρνασσὸς καὶ ἡ Λιάκουρα ἡ λεβέντρα.
Κι᾿ εἶμαι σὰν ἕνα ἀντρόγενο, κι᾿ εἶμαι σὰν δυό, σὰν ταίρι
σφιχτοδεμένο ἀχώριστο, μιὰ πλάση κι᾿ ἕνας κόσμος,
π᾿ ὅσο κι᾿ ἂν δείχνονται ἄμοιαστα, τὰ κάνω ἐγὼ καὶ μοιάζουν.
Εἶμαι ἄντρας κόσμος καὶ γυναίκα πλάση, ἀρχαῖος κόσμος,
νιὸς ἥλιος πάντα στ᾿ οὐρανοῦ τοῦ νοητοῦ τ᾿ ἀστέρια.
Κ᾿ οἱ βράχοι εἶναι τὰ κάστρα μου, τὰ ἐλάτια εἶν᾿ ὁ στρατός μου,
καὶ τὰ πουλιά μου εἶν᾿ ὁ λαός, κ᾿ οἱ ἀϊτοί μου οἱ πολεμάρχοι,
Στὴν πιὸ ψηλή μου τὴν κορφή, στὸ ἀπάτητο Λυκέρι
λάμπει σὰν τὸ ἡλιοπάλατο παλάτι κρυσταλλένιο
καὶ κάθεται ὁ Κατεβατὸς μέσα ταμπουρωμένος
τύραγνος μέσα στὰ στοιχιά, τῶν ἄνεμων ὁ δράκος,
καὶ τὸ πρωτοπαλλήκαρο κι᾿ ὁ ἀποκρισάρης μου εἶναι.
Ἐγὼ εἶμ᾿ ἀκόμα ὁ Παρνασσός, τώρα κι᾿ Λιάκουρα εἶμαι,
κ᾿ ἐγὼ εἶμαι πάντα ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ σὲ καιρὸ κανένα
δὲν τῆς ἀπόλειψε ὁ Θεὸς μ᾿ ὅποιο ὄνομα ἂν τὸν κράξεις».
ὁ γέρος εἶμαι ὁ Παρνασσὸς καὶ ἡ Λιάκουρα ἡ λεβέντρα.
Κι᾿ εἶμαι σὰν ἕνα ἀντρόγενο, κι᾿ εἶμαι σὰν δυό, σὰν ταίρι
σφιχτοδεμένο ἀχώριστο, μιὰ πλάση κι᾿ ἕνας κόσμος,
π᾿ ὅσο κι᾿ ἂν δείχνονται ἄμοιαστα, τὰ κάνω ἐγὼ καὶ μοιάζουν.
Εἶμαι ἄντρας κόσμος καὶ γυναίκα πλάση, ἀρχαῖος κόσμος,
νιὸς ἥλιος πάντα στ᾿ οὐρανοῦ τοῦ νοητοῦ τ᾿ ἀστέρια.
Κ᾿ οἱ βράχοι εἶναι τὰ κάστρα μου, τὰ ἐλάτια εἶν᾿ ὁ στρατός μου,
καὶ τὰ πουλιά μου εἶν᾿ ὁ λαός, κ᾿ οἱ ἀϊτοί μου οἱ πολεμάρχοι,
Στὴν πιὸ ψηλή μου τὴν κορφή, στὸ ἀπάτητο Λυκέρι
λάμπει σὰν τὸ ἡλιοπάλατο παλάτι κρυσταλλένιο
καὶ κάθεται ὁ Κατεβατὸς μέσα ταμπουρωμένος
τύραγνος μέσα στὰ στοιχιά, τῶν ἄνεμων ὁ δράκος,
καὶ τὸ πρωτοπαλλήκαρο κι᾿ ὁ ἀποκρισάρης μου εἶναι.
Ἐγὼ εἶμ᾿ ἀκόμα ὁ Παρνασσός, τώρα κι᾿ Λιάκουρα εἶμαι,
κ᾿ ἐγὼ εἶμαι πάντα ἡ ἐκκλησιὰ ποὺ σὲ καιρὸ κανένα
δὲν τῆς ἀπόλειψε ὁ Θεὸς μ᾿ ὅποιο ὄνομα ἂν τὸν κράξεις».
COMMENTS
ADD COMMENT
