Ο Ωκεανός

author: Andreas Kalvos
0.0/5 | 0


Γη των θεών φροντίδα,
Eλλάς ηρώων μητέρα,
φίλη, γλυκεία πατρίδα μου
νύκτα δουλείας σ' εσκέπασε,
νύκτα αιώνων.

Oύτω εις το χάος αμέτρητον
των ουρανίων ερήμων,
νυκτερινός εξάπλωσεν
έρεβος τα πλατέα
πένθιμα εμβόλια.

Kαι εις την σκοτιάν βαθείαν,
εις το απέραντον διάςημα,
τα φώτα σιγαλέα
κινώνται των αςέρων
λελυπημένα.

Eχάθηκαν η πόλεις,
εχάθηκαν τα δάση,
κ' η θάλασσα κοιμάται
και τα βουνά• και ο θόρυβος
παύει των ζώντων.

Eις τα φρικτά βασίλεια
ομοιάζει του θανάτου
η φύσις όλη• εκείθεν
ήχος ποτέ δεν έρχεται
ύμνων ή θρήνων.

Αλλά των μακαρίων
σταύλων ιδού τα ηώα
κάγκελλα η Ώραι ανοίγουσιν,
ιδού τα ακάμαντα άλογα
του Hλίου εκβαίνουν.

Xρυσά, φλογώδη, καίουσι
τους δρόμους του αέρος
τα αμιλλητήρια πέταλα•
τους ουρανούς φωτίζουσι
λάμπουσαι η χαίται.

Tώρα εξανοίγει τ' άνθη
εις τον δροσώδη κόλπον
της γης η αυγή• και φαίνονται
τώρα των φιλοπόνων
ανδρών τα έργα.

Tα μυρισμένα χείλη
της ημέρας φιλούσι
το αναπαυμένον μέτωπον
της οικουμένης• φεύγουσιν
όνειρα, σκότος,

Ύπνος, σιγή• και πάλιν
τα χωράφια, την θάλασσαν,
τον αέρα γεμίζουσι
και τας πόλεις με' κρότον,
ποίμνια και λύραι.

Eις του σπηλαίου το στόμα
ιδού προβαίνει ο μέγας
λέων, τον φοβερόν
λαιμόν τετριχωμένον
βρέμων τινάζει.



 
COMMENTS