Εις Δόξαν
Έσφαλεν ο την δόξαν
ονομάσας ματαίαν,
και τον άνδρα μαινόμενον
τον προ τοιαύτης καίοντα
θεάς την σμύρναν.
Δίδει αυτή τα πτερά•
και εις τον τραχύν, τον δύσκολον
της Αρετής τον δρόμον
του ανθρώπου τα γόνατα
ιδού πετάουν.
Μικράν ψυχήν, κατάπτυστον,
κατάπτυστον καρδίαν
έτυχ' όστις ακούει
της δόξης την παράκλησιν
και δειλιάζει.
Ποτέ, ποτέ με' δάκρυα
δεν έβρεξεν εκείνος
των φίλων του το μνήμα,
ούτε το χώμα εφίλησε
των συγγενών του.
Εις τον ηγριωμένον
βαθύν ωκεανόν,
όπου φυσάει με' βίαν
και οργίζεται το πνεύμα
της πικράς τύχης•
Καθ' ημέραν κυττάζει
τους πολλούς των δυστήνων
πνιγομένων θνητών,
και ποίος ποτέ τον ήκουσε
παραπονούντα;
Θερμότατον τον πόθον
εφύτευσας της δόξης
εις την καρδίαν των τέκνων σου,
ω Ελλάς, και καλείσαι
μήτηρ ηρώων.
Καθώς από το σπήλαιον
εκβάς ο λέων πληγώνει,
σκοτώνει, διασκορπίζει
τολμηρών κυνηγών
πλήθος Αράβων•
Καθώς εις τον χειμώνα
το νερόν υπερήφανον
του χειμάρρου κυλίεται,
και τα χωράφια χάνονται
βοσκοί και ζώα.
Ή καθώς την αυγήν
εξαπλώνετ' ο Ήλιος,
και τ' άστρα τ' αναρίθμητα
από τον μέγαν Όλυμπον
πάντα εξαλείφει•
Ούτως τα μύρια τάγματα
έχυσεν ο Αράξης,
αλλά, ω Ασπίς Ελλάδος,
συ επί τους Πέρσας άστραψες,
κ' έγινον κόνις.
ονομάσας ματαίαν,
και τον άνδρα μαινόμενον
τον προ τοιαύτης καίοντα
θεάς την σμύρναν.
Δίδει αυτή τα πτερά•
και εις τον τραχύν, τον δύσκολον
της Αρετής τον δρόμον
του ανθρώπου τα γόνατα
ιδού πετάουν.
Μικράν ψυχήν, κατάπτυστον,
κατάπτυστον καρδίαν
έτυχ' όστις ακούει
της δόξης την παράκλησιν
και δειλιάζει.
Ποτέ, ποτέ με' δάκρυα
δεν έβρεξεν εκείνος
των φίλων του το μνήμα,
ούτε το χώμα εφίλησε
των συγγενών του.
Εις τον ηγριωμένον
βαθύν ωκεανόν,
όπου φυσάει με' βίαν
και οργίζεται το πνεύμα
της πικράς τύχης•
Καθ' ημέραν κυττάζει
τους πολλούς των δυστήνων
πνιγομένων θνητών,
και ποίος ποτέ τον ήκουσε
παραπονούντα;
Θερμότατον τον πόθον
εφύτευσας της δόξης
εις την καρδίαν των τέκνων σου,
ω Ελλάς, και καλείσαι
μήτηρ ηρώων.
Καθώς από το σπήλαιον
εκβάς ο λέων πληγώνει,
σκοτώνει, διασκορπίζει
τολμηρών κυνηγών
πλήθος Αράβων•
Καθώς εις τον χειμώνα
το νερόν υπερήφανον
του χειμάρρου κυλίεται,
και τα χωράφια χάνονται
βοσκοί και ζώα.
Ή καθώς την αυγήν
εξαπλώνετ' ο Ήλιος,
και τ' άστρα τ' αναρίθμητα
από τον μέγαν Όλυμπον
πάντα εξαλείφει•
Ούτως τα μύρια τάγματα
έχυσεν ο Αράξης,
αλλά, ω Ασπίς Ελλάδος,
συ επί τους Πέρσας άστραψες,
κ' έγινον κόνις.
COMMENTS
ADD COMMENT
