Ο φιλόπατρις
Ω φιλτάτη πατρίς,
ω θαυμασία νήσος,
Ζάκυνθε• συ μου έδωκας
την πνοήν, και του Απόλλωνος
τα χρυσά δώρα!
Και συ τον ύμνον δέξου•
εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι
την ψυχήν, και βροντάουσιν
επί τας κεφαλάς
των αχαρίστων.
Ποτέ δεν σε ελησμόνησα,
ποτέ• ― Και η τύχη μ' έρριψε
μακρά απόσε• με είδε
το πέμπτον του αιώνος
εις ξένα έθνη.
Αλλά ευτυχής, ή δύστηνος
όταν το φως επλούτη
τα βουνά, και τα κύματα,
σε εμπρός των οφθαλμών μου
πάντοτες είχον.
Συ, όταν τα ουράνια
ρόδα με' το αμαυρότατον
πέπλον σκεπάζη η νύκτα,
συ είσαι των ονείρων μου
η χαρά μόνη.
Τα βήματά μου εφώτισε
ποτέ εις την Αυσονίαν,
γη μακαρία, ο ήλιος•
κει καθαρός ο αέρας
πάντα γελάει.
Εκεί ο λαός ηυτύχησεν•
εκεί η Παρνάσιαι κόραι
χορεύουν, και το λύσιον
φύλλον αυτών την λύραν
κει στεφανώνει.
Άγρια, μεγάλα τρέχουσι
τα νερά της θαλάσσης,
και ρίπτονται, και σχίζονται
βίαια επί τους βράχους
αλβιονείους.
Αδειάζει επί τας όχθας
του κλεινού Ταμησσού,
και δύναμιν, και δόξαν,
και πλούτον αναρίθμητον
το αμαλθείον.
Εκεί το αιόλιον φύσημα
μ' έφερεν• η ακτίνες
μ' έθρεψαν, μ' εθεράπευσαν
της υπεργλυκυτάτης
ελευθερίας.
Και τους ναούς σου εθαύμασα
των Κελτών ιερά
πόλις• του λόγου ποία,
ποία εις εσέ του πνεύματος
λείπει αφροδίτη;
ω θαυμασία νήσος,
Ζάκυνθε• συ μου έδωκας
την πνοήν, και του Απόλλωνος
τα χρυσά δώρα!
Και συ τον ύμνον δέξου•
εχθαίρουσιν οι Αθάνατοι
την ψυχήν, και βροντάουσιν
επί τας κεφαλάς
των αχαρίστων.
Ποτέ δεν σε ελησμόνησα,
ποτέ• ― Και η τύχη μ' έρριψε
μακρά απόσε• με είδε
το πέμπτον του αιώνος
εις ξένα έθνη.
Αλλά ευτυχής, ή δύστηνος
όταν το φως επλούτη
τα βουνά, και τα κύματα,
σε εμπρός των οφθαλμών μου
πάντοτες είχον.
Συ, όταν τα ουράνια
ρόδα με' το αμαυρότατον
πέπλον σκεπάζη η νύκτα,
συ είσαι των ονείρων μου
η χαρά μόνη.
Τα βήματά μου εφώτισε
ποτέ εις την Αυσονίαν,
γη μακαρία, ο ήλιος•
κει καθαρός ο αέρας
πάντα γελάει.
Εκεί ο λαός ηυτύχησεν•
εκεί η Παρνάσιαι κόραι
χορεύουν, και το λύσιον
φύλλον αυτών την λύραν
κει στεφανώνει.
Άγρια, μεγάλα τρέχουσι
τα νερά της θαλάσσης,
και ρίπτονται, και σχίζονται
βίαια επί τους βράχους
αλβιονείους.
Αδειάζει επί τας όχθας
του κλεινού Ταμησσού,
και δύναμιν, και δόξαν,
και πλούτον αναρίθμητον
το αμαλθείον.
Εκεί το αιόλιον φύσημα
μ' έφερεν• η ακτίνες
μ' έθρεψαν, μ' εθεράπευσαν
της υπεργλυκυτάτης
ελευθερίας.
Και τους ναούς σου εθαύμασα
των Κελτών ιερά
πόλις• του λόγου ποία,
ποία εις εσέ του πνεύματος
λείπει αφροδίτη;
COMMENTS
ADD COMMENT
