Θάλασσα
Βιογραφικό Σημείωμα
Ο Γιώργος Ν. Μανέτας, είναι ναυτικός. Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1961 στην Αθήνα, από Κερκυραίους γονείς. Από το 1977 ταξιδεύει στο κατάστρωμα με φορτηγά και γκαζάδικα ποντοπόρα πλοία. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί και ανθολογηθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχουν παρουσιάσει έργα του φορείς δήμων και κοινοτήτων. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Εταιρίας Λόγου και Τέχνης, της Επιτροπής Κρίσης Νέων Μελών της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Επιτροπής για την Ανθρωπιστική Βοήθεια του Δήμου Γαλατσίου, και Ιδρυτικό Μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου των Επτανησίων του ίδιου Δήμου.
Έχει εκδώσει τα βιβλία:
ΘΑΛΑΣΣΑ, ποιήματα (1997)
ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ, ποιήματα (1998)
ΟΞΥΤΕΡΑ ΕΓΓΥΤΑΤΗ, ποιήματα (1999) -
Βραβείο ‘Μάρκου Αυγέρη’ της Ετ. Ελλ. Λογοτεχνών.
ΝΑΥΣΙΝ ΑΡΙΣΤΟΙ, ποιήματα (2001)
CD Ανθολογία ποιημάτων (2004)
…………………………………………….
Αντιγνωμία
- Υγρός ανέκφραστος
Αιμόφυρτος θνησιγενής βυθός
Αργό το φως
Κι ο θάνατος στη μνήμη μου:
Κραυγή σε φυσαλίδες.
- Μαθήτεψα στο σώμα της, μικρός αφρόγλαρος
Ιόνιος λευκοσκότεινος σωρείτης
Φεγγαροδέσμη της νυχτός
Χαλκός αφρός
Κέλυφος· πότε νυκτικό
Κλαδί από κρίταμο.
- Δυσδιάκριτα διαρρέει στο αίμα σου
Βοριάς φονικός
Υγρός ναυσιπλόος θάνατος.
Θάλασσα
Δεν ξέρω, πού είσαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
- να ξεπηδήσω απ’ τα νωθρά νερά του ποταμού,
να φύγω, από το μόλο αυτό, που με κρατούν οι κάβοι
και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού.
- Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απ’ τη μεριά μου,
και στα δαρμένα κύματα, θε να σ’ αναζητώ!
Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
ως θα’σαι κι αξελόγιαστος, θα σ’ αρραβωνιστώ.
- Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
Μα ξέρεις… κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
κάποια καλόμορφη γοργό μ’ έσυρε στο βυθό.
- Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
κι όταν θα ’ρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
- Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.
- Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
- Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
θα λογαριάζω εσένανε στ’ αστέρια τ’ ουρανού.
- Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
- Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.
Θυμάμαι
Όπου κι αν βρίσκομαι, όπου και να ’μαι,
θέλω ταξίδια και καράβια, να θυμάμαι.
Θέλω του φάρου, τ ’ άγιο φως που περιστρέφει,
να μου φωτίζει κάθε σκέψη, που επιστρέφει.
Οσμίζομαι τη θάλασσα, όπως ήταν πρώτα,
και πάλι, σκέφτομαι, του καραβιού τη ρότα.
Καθώς, στη σκέψη βρίσκομαι κοντά του,
νιώθω πρωτόπειρο πουλί, στο πέταγμά του.
Βλέπω, στο σχήμα των συννέφων, κάστρα!
Με φως κατάλαμπρο, τη σελήνη και τ’ άστρα.
Καθώς, πολλές οι στιγμές πανωθέ μου,
τα ξέφρενα λόγια θυμάμαι, τ’ ανέμου.
Εικόνες άπειρες, που μου θυμίζουν
παλιές φωτογραφίες μου, που κιτρινίζουν.
Που χρόνια τώρα, κρέμονται στον τοίχο,
και φέρουν στοχασμό, σ’ ενθύμιο στίχο.
Ομίχλη
Εδώ, για γούστο προσκυνούν πίστης βαθύ γαλάζιο
και προσδοκούν μιας άγνωστης παντιέρας χρώμα!
Εδώ, μεσίστια κρέμομαι κι αλλάζω
στάση το σώμα.
Σινιάλο στείλε μου βροχή, δώσ’ μου μήνα το Μάρτη
και φέρε μου μια θάλασσα κι ανάμεσα στα φύκια
βυθό· χιαστή και κρύβεσαι δεμένη στο κατάρτι,
αλήθεια:
πώς αναδύεσαι άλαλη ζωσμένη την ομίχλη;
- Σκιά στο σύννεφο η νυχτιά νύφη στα βράχια η χάση!
- Όπου φεγγάρι αγάπησες απάστραψε η σελήνη
με βιάση!
- Πού ταξιδεύεις θάνατο σωρό πάνω στο κύμα;
- Γονυπετής σε δούλο μου κι οι μάγισσες γοργόνες
θρέφουν φτερά στης πλάτης μου το σχήμα,
για αιώνες.
- Πρόβαλε σήμαντρο ρυθμό στερνά με τη σφυρίχτρα
κι ό,τι διασχίσει ανάμεσα των λιμανιών, δεμένα
μπρος να τα γείρει, αφύλαχτα, τη νύχτα
μιας άγκυρας καδένα!
Γραίγος
- Έλα στην πλώρη να με βρεις
με το φανάρι της θυέλλης.
Από το γκρίζο της νεφέλης
μοιάζεις το φως της λυκαυγής.
Ανέβα πάνω στην ανέμη! - Δες, γυρίζει;
Βίρα την άγκυρα στη μπόμπα τη λειψή.
Αν με το σκόρτσα η ματισιά δεν τη στηρίζει,
βάλε το χέρι στην ανάγκη, το δεξί.
Παίξε σινιάλο με τα φώτα της θυέλλης
και προφυλάξου, απ’ τον καιρό που σε χτυπά.
Άμα σε χάσω από το θάμπος της νεφέλης
σε ξαναβρίσκω, στις ακτές του Μακαπά.
Σιέστα σε ρέπι, με μαυλίστρα της Μακούμπα,
ψυχρή, σαν πράσινη γουστέρα του Νεπάλ.
Στο Πόρτο Βέλιο ταξιδεύεις, στη Καρούμπα,
στο Μάτο Γκρόσο, στη Μπραζίλια, στο Νατάλ.
- Μα τι λογιάζεις μες στο βράδυ;
Στέκω της γέφυρας σκοπός!
- Σε βγάζω μέσ’ απ’ το σκοτάδι,
στο νοερό διάχυτο φως!
Ναυσίν άριστοι
Σε όσους η μοίρα
στάθηκε έρημος
Είναι ανάγκη, να διέρχομαι συνέχεια των Κυκλάδων
ως να πλησιάσω των ματιών τους το βυθό.
Τα σχήματα των μυστικών τους λέξεων ν’ ανασύρω
και να τους αποδώσω, με λόγο αρμυρογέννητο.
………………………………
Ποια νυχτωμένη της είσοδο, δεν ακράγγιξαν
και ποιάν αφετηρία της…
Μη δεν αλμάτισαν, στη συμμετρία της μέσα;
Μη δεν σκόρπισαν, πλαγκτόν πολύφωτο,
μ’ απροσδιόριστο σχήμα;
Άσκησή μου η σιωπή, στη μοναξιά του ωροδείχτη.
Αναψυχή μου η θάλασσα, στην άμμο της κλεψύδρας.
Η θάλασσα, δεν ακολούθησε τα αισθήματά τους…
Έγειρε σάβανο, τη νύχτα
και κακοσόρισε την τύχη τους, κρυφογελώντας.
Τους έσυρε, στην υγρή κάθοδο της αβύσσου
και βύθισε, των ματιών τους τα έλκηθρα,
σ’ ένδυμα φωτός.
Ο Γιώργος Ν. Μανέτας, είναι ναυτικός. Γεννήθηκε τον Ιούλιο του 1961 στην Αθήνα, από Κερκυραίους γονείς. Από το 1977 ταξιδεύει στο κατάστρωμα με φορτηγά και γκαζάδικα ποντοπόρα πλοία. Ποιήματά του έχουν βραβευθεί και ανθολογηθεί στην Ελλάδα και το εξωτερικό και έχουν παρουσιάσει έργα του φορείς δήμων και κοινοτήτων. Είναι μέλος της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών, της Πανελλήνιας Εταιρίας Λόγου και Τέχνης, της Επιτροπής Κρίσης Νέων Μελών της Εταιρίας Ελλήνων Λογοτεχνών, της Επιτροπής για την Ανθρωπιστική Βοήθεια του Δήμου Γαλατσίου, και Ιδρυτικό Μέλος του Πολιτιστικού Συλλόγου των Επτανησίων του ίδιου Δήμου.
Έχει εκδώσει τα βιβλία:
ΘΑΛΑΣΣΑ, ποιήματα (1997)
ΑΣΤΡΟΛΑΒΟΣ, ποιήματα (1998)
ΟΞΥΤΕΡΑ ΕΓΓΥΤΑΤΗ, ποιήματα (1999) -
Βραβείο ‘Μάρκου Αυγέρη’ της Ετ. Ελλ. Λογοτεχνών.
ΝΑΥΣΙΝ ΑΡΙΣΤΟΙ, ποιήματα (2001)
CD Ανθολογία ποιημάτων (2004)
…………………………………………….
Αντιγνωμία
- Υγρός ανέκφραστος
Αιμόφυρτος θνησιγενής βυθός
Αργό το φως
Κι ο θάνατος στη μνήμη μου:
Κραυγή σε φυσαλίδες.
- Μαθήτεψα στο σώμα της, μικρός αφρόγλαρος
Ιόνιος λευκοσκότεινος σωρείτης
Φεγγαροδέσμη της νυχτός
Χαλκός αφρός
Κέλυφος· πότε νυκτικό
Κλαδί από κρίταμο.
- Δυσδιάκριτα διαρρέει στο αίμα σου
Βοριάς φονικός
Υγρός ναυσιπλόος θάνατος.
Θάλασσα
Δεν ξέρω, πού είσαι θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
- να ξεπηδήσω απ’ τα νωθρά νερά του ποταμού,
να φύγω, από το μόλο αυτό, που με κρατούν οι κάβοι
και να βρεθώ σε χάλασμα θαλασσινού καιρού.
- Με το καράβι, εξώθησε και φτάσε απ’ τη μεριά μου,
και στα δαρμένα κύματα, θε να σ’ αναζητώ!
Κι όταν σε ντύσω θάλασσα μετά, με τα σκουτιά μου,
ως θα’σαι κι αξελόγιαστος, θα σ’ αρραβωνιστώ.
- Αν είναι αλήθεια, θάλασσα, να στρέψω το καράβι,
φτερά να βάλω πάνω του, κοντά σου να βρεθώ!
Μα ξέρεις… κάπου, κάποτε, στου ποταμού τη χάρη,
κάποια καλόμορφη γοργό μ’ έσυρε στο βυθό.
- Θα νοσταλγώ στα κύματα, εγώ, το ακροθαλάσσι,
κι όταν θα ’ρθείς την άμπωτη, κρώξε φωνή του γλάρου.
- Στις Ατλαντίδες μήνυσα, έχει ο καιρός χαλάσει,
και με γραφίδα σου ιστορώ: Είναι θαμπό του φάρου.
- Στέκουν δυο κόσμοι ανάμεσα, κοχύλια και κοράλλια.
Θα περιμένω πάντοτε, παιδί, του ποταμού.
- Καταμεσής σου, θάλασσα, κοιτώντας με τα κιάλια,
θα λογαριάζω εσένανε στ’ αστέρια τ’ ουρανού.
- Το γλυκερό μου, πάνωθε στα χείλη σου και πάλι!
Αρχέγονη γεύση γλυκιά, κι αν θέλεις τη παντρεύω.
- Κάτω απ’ το φως του φεγγαριού μοιάζεις θάλασσα, ζάλη,
άγνωρος τόπος μακρινός που μέσα ταξιδεύω.
Θυμάμαι
Όπου κι αν βρίσκομαι, όπου και να ’μαι,
θέλω ταξίδια και καράβια, να θυμάμαι.
Θέλω του φάρου, τ ’ άγιο φως που περιστρέφει,
να μου φωτίζει κάθε σκέψη, που επιστρέφει.
Οσμίζομαι τη θάλασσα, όπως ήταν πρώτα,
και πάλι, σκέφτομαι, του καραβιού τη ρότα.
Καθώς, στη σκέψη βρίσκομαι κοντά του,
νιώθω πρωτόπειρο πουλί, στο πέταγμά του.
Βλέπω, στο σχήμα των συννέφων, κάστρα!
Με φως κατάλαμπρο, τη σελήνη και τ’ άστρα.
Καθώς, πολλές οι στιγμές πανωθέ μου,
τα ξέφρενα λόγια θυμάμαι, τ’ ανέμου.
Εικόνες άπειρες, που μου θυμίζουν
παλιές φωτογραφίες μου, που κιτρινίζουν.
Που χρόνια τώρα, κρέμονται στον τοίχο,
και φέρουν στοχασμό, σ’ ενθύμιο στίχο.
Ομίχλη
Εδώ, για γούστο προσκυνούν πίστης βαθύ γαλάζιο
και προσδοκούν μιας άγνωστης παντιέρας χρώμα!
Εδώ, μεσίστια κρέμομαι κι αλλάζω
στάση το σώμα.
Σινιάλο στείλε μου βροχή, δώσ’ μου μήνα το Μάρτη
και φέρε μου μια θάλασσα κι ανάμεσα στα φύκια
βυθό· χιαστή και κρύβεσαι δεμένη στο κατάρτι,
αλήθεια:
πώς αναδύεσαι άλαλη ζωσμένη την ομίχλη;
- Σκιά στο σύννεφο η νυχτιά νύφη στα βράχια η χάση!
- Όπου φεγγάρι αγάπησες απάστραψε η σελήνη
με βιάση!
- Πού ταξιδεύεις θάνατο σωρό πάνω στο κύμα;
- Γονυπετής σε δούλο μου κι οι μάγισσες γοργόνες
θρέφουν φτερά στης πλάτης μου το σχήμα,
για αιώνες.
- Πρόβαλε σήμαντρο ρυθμό στερνά με τη σφυρίχτρα
κι ό,τι διασχίσει ανάμεσα των λιμανιών, δεμένα
μπρος να τα γείρει, αφύλαχτα, τη νύχτα
μιας άγκυρας καδένα!
Γραίγος
- Έλα στην πλώρη να με βρεις
με το φανάρι της θυέλλης.
Από το γκρίζο της νεφέλης
μοιάζεις το φως της λυκαυγής.
Ανέβα πάνω στην ανέμη! - Δες, γυρίζει;
Βίρα την άγκυρα στη μπόμπα τη λειψή.
Αν με το σκόρτσα η ματισιά δεν τη στηρίζει,
βάλε το χέρι στην ανάγκη, το δεξί.
Παίξε σινιάλο με τα φώτα της θυέλλης
και προφυλάξου, απ’ τον καιρό που σε χτυπά.
Άμα σε χάσω από το θάμπος της νεφέλης
σε ξαναβρίσκω, στις ακτές του Μακαπά.
Σιέστα σε ρέπι, με μαυλίστρα της Μακούμπα,
ψυχρή, σαν πράσινη γουστέρα του Νεπάλ.
Στο Πόρτο Βέλιο ταξιδεύεις, στη Καρούμπα,
στο Μάτο Γκρόσο, στη Μπραζίλια, στο Νατάλ.
- Μα τι λογιάζεις μες στο βράδυ;
Στέκω της γέφυρας σκοπός!
- Σε βγάζω μέσ’ απ’ το σκοτάδι,
στο νοερό διάχυτο φως!
Ναυσίν άριστοι
Σε όσους η μοίρα
στάθηκε έρημος
Είναι ανάγκη, να διέρχομαι συνέχεια των Κυκλάδων
ως να πλησιάσω των ματιών τους το βυθό.
Τα σχήματα των μυστικών τους λέξεων ν’ ανασύρω
και να τους αποδώσω, με λόγο αρμυρογέννητο.
………………………………
Ποια νυχτωμένη της είσοδο, δεν ακράγγιξαν
και ποιάν αφετηρία της…
Μη δεν αλμάτισαν, στη συμμετρία της μέσα;
Μη δεν σκόρπισαν, πλαγκτόν πολύφωτο,
μ’ απροσδιόριστο σχήμα;
Άσκησή μου η σιωπή, στη μοναξιά του ωροδείχτη.
Αναψυχή μου η θάλασσα, στην άμμο της κλεψύδρας.
Η θάλασσα, δεν ακολούθησε τα αισθήματά τους…
Έγειρε σάβανο, τη νύχτα
και κακοσόρισε την τύχη τους, κρυφογελώντας.
Τους έσυρε, στην υγρή κάθοδο της αβύσσου
και βύθισε, των ματιών τους τα έλκηθρα,
σ’ ένδυμα φωτός.
COMMENTS
ADD COMMENT
