Ο σκύλος

author:  andreaswine
0.0/5 | 0


Σε αυτό το χωριό που οι μέρες είναι σχεδόν όλο το χρόνο ίδιες και το μόνο που ίσως αλλάξει το γκρi και το μαύρο είναι όταν κάποιες μέρες καλυφθεί με χιόνι όλο το τοπίο, έφερε ο δήμαρχος τους βοηθητικούς. Οι βοηθητικοί ήταν δέκα τυφλοί άνδρες τους οποίους οδηγούσαν δέκα εκπαιδευμένοι σκύλοι. Άνθρωπος και σκύλος είχαν εκπαιδευτεί μαζί για τούτη την δουλειά. Στο χωριό που τους μετέφεραν υπήρχε ένα μεγάλο λατομείο κι ένα ορυχείο. Όλα γύρω τους μαύρα και γκρί αλλά μάλλον αυτό να μην το μάθαιναν ή να μην άφηναν την φαντασία τους να το μαντέψει. Την πρώτη εβδομάδα όλα πήγαιναν καλά και κανείς από τους υπόλοιπους εργάτες δεν έδειχνε φιλικά αισθήματα για κανέναν από τους τυφλούς πόσο μάλλον για τους σκύλους οδηγούς τους. Ο Τομ, ένας από τους 10,ήταν ο πιο προβλέψιμος από όλους. Δεν ήταν εκ γενετής τυφλός αλλά από τους πιο καλά εκπαιδευμένους .Κάθε πρωί που πήγαινε για να αναλάβει στην ώρα του, σκεφτόταν μόνο το φαγητό. Ναι αλήθεια μόνο αυτό.
Η εταιρία είχε περάσει σε κρατικά χέρια μετά από μια περίοδο όπου ο παλιός ιδιοκτήτης χρεοκοπώντας είχε αφήσει να παρακμάσει μαζί της και το ανθρώπινο δυναμικό. Οι νέοι διοικητικοί κρατικοί υπάλληλοι φρόντιζαν πάρα πολύ τους εργάτες και το κράτος είχε επενδύσει πολλά σε αυτά τα δύο μέτωπα. Η μετάβαση των τυφλών εδώ ήταν ένα πρόγραμμα που προωθούσε περισσότερο το υπουργείο προπαγάνδας για επικοινωνιακούς λόγους .
Ο Τομ λοιπόν περίμενε όλη μέρα να ακούσει τον ήχο της καμπάνας του επιστάτη και να νιώσει τον σκύλο του να τον οδηγεί στην θέση του για φαγητό. Ο σκύλος του είχε ακριβώς αντίθετες σκέψεις. Είχε απαράμιλλη θέληση για δουλειά κι όταν έφτανε η ώρα για το φαγητό, απλά πήγαινε. Δεν το σκεφτόταν ως ανταμοιβή της εργασίας του, ούτε ως αναπλήρωση χαμένης ενέργειας. Πίστευε πως είναι κι αυτό μέρος από την δουλειά που έπρεπε να κάνει.
Οι μέρες κυλούσαν όπως η διάθεση του Τομ. Ίδιες. Ο Τομ ακόμα και τις μέρες που το φαγητό σερβιριζόταν κρύο ή που ήταν κάτι που δεν μύριζε με ανθρώπινη τροφή, αισθανόταν υπέροχα που είχε έστω αυτό το πιάτο για να φάει. Ο σκύλος του , ακόμα όχι.
Την μέρα που τους έστειλαν έξω από το ορυχείο για να μεταφέρουν καρότσια με μετάλλευμα στις μηχανές διαλογής ο σκύλος είχε πάλι όλη αυτή την καλή διάθεση για δουλεία. Και τα μάτια του ήταν πάντα τέσσερα. Ο Τομ έσπρωχνε το βαρύ καρότσι και δεν ανέβαζε ταχύτητα στο περπάτημά του ενώ σίγουρα θα μπορούσε . Στην τελευταία στροφή πριν φτάσουν στις μηχανές διαλογής ,περνώντας δίπλα από τον ξύλινο πύργο ,τον πύργο παρατήρησης ,δεν κατάλαβε την αστάθεια κι αργότερα την κατάρρευσή του. Ο σκύλος του όμως με τα τέσσερα μάτια την κατάλαβε νωρίς. Τραβούσε και ξανατραβούσε τον Τομ ο οποίος δεν είχε αντιληφθεί σε τι κίνδυνο βρίσκονταν. Νόμιζε πως είχαν πάρει λάθος πορεία. Ο σκύλος εκτίμησε πως δεν υπήρχε άλλος χρόνος και δάγκωσε το χέρι του Τομ για να αφήσει αυτός με την σειρά του το καρότσι. Όμως ήταν ήδη αργά. Οι ξύλινες τάβλες άρχισαν να πέφτουν πάνω τους. Ο εκπαιδευμένος σκύλος που κανείς δεν του έμαθε πώς να σώζει την ζωή σε έναν άνθρωπο, είχε πέσει πάνω στο κεφάλι του Τομ και τον προστάτευε . Όταν μετά από δύο λεπτά η καταστροφή είχε τελειώσει κι η τελευταία τάβλα είχε σωριαστεί πάνω στις πρώτες και τις πιο βαριές που είχαν πέσει, η ομάδα έκτακτης ανάγκης είχε φτάσει μαζί με πολλούς εργάτες κι απομάκρυναν τα ξύλινα θραύσματα. Στην αρχή έψαχναν για τους δύο φρουρούς του πύργου που κι αυτοί δεν είχαν προλάβει να μην γίνουν μέρος της καταστροφής. Τους βρήκαν γρήγορα. Είχαν μόνο γρατζουνιές . Μετά άκουσαν ένα λυγμό. Τον λυγμό του σκύλου κι άρχισαν να σηκώνουν τα ξύλα και να ψάχνουν στην μεριά από όπου ερχόταν αυτός ο μακάβριος ήχος. Βρήκαν τον σκύλο να είναι τρυπημένος με ένα μακρύ λεπτό ξύλο στην κοιλία του και να αργοσβήνει. Ο Τομ δεν μιλούσε. Δεν φώναζε. Ίσως να μην ένιωθε τίποτα ή να μην μπορούσε αφού ήταν καλυμμένος από τον οδηγό και προστάτη του. Ήταν όμως κι αυτός πληγωμένος.
Ακολουθούν δύο ιστορίες .
Η πρώτη λέει πως ο σκύλος δεν τα κατάφερε και πέθανε όμως ο Τομ έζησε μερικές από τις καλύτερες του μέρες στο αναρρωτήριο. Λόγο τροφής. Του σέρβιραν νοστιμότατες κρέμες , ζουμερά και ζεστά εδέσματα, γευστικότατους χυμούς και ώριμα γλυκά φρούτα. Κάθε απόγευμα είχε στο κομοδίνο του και διάφορα γλυκίσματα . Έτρωγε όσο ήθελε κι όσο μπορούσε και πάντα υπήρχε μια δεύτερη μερίδα για τον Τομ. Τον σκύλο που είχε χάσει δεν τον σκεφτόταν καθόλου. Όταν οι γιατροί ρωτούσαν πως αισθάνεται , ο Τομ απαντούσε «καλύτερα». Τον είχαν διαβεβαιώσει πως κανείς δεν βιάζεται για την επιστροφή του στην εργασία κι η ανάρρωσή του μπορούσε να διαρκέσει όσο ο ίδιος δεν αισθανόταν πλήρως ανακουφισμένος από τα τραύματά του. Και σκεφτόταν πως, το να παραμένει όσες περισσότερες μέρες μπορούσε δεν ήταν έγκλημα ούτε πως καταλαμβάνει ένα κρεβάτι από κάποιον που το χρειάζεται ούτε πως τρώει το πιάτο από κάποιον που το έχει ανάγκη. Ο Τομ έμεινε παραπάνω από όσο χρειάστηκαν οι πληγές του να κλείσουν και μια μέρα επέστρεψε. Με νέο σκύλο και με την παλιά διάθεση να περιμένει τον ήχο από το καμπανάκι του επιστάτη για φαγητό.
Η δεύτερη ιστορία λέει πως τα τραύματα του σκύλου επουλώθηκαν πολύ γρήγορα χάρη στην φροντίδα των έμπειρων γιατρών όμως το ίδιο δεν συνέβη με τον Τομ. Ο Τομ απεβίωσε μια εβδομάδα μετά.Ο σκύλος γερός και δυνατός κάθισε στην γνωστή του στάση του φόρεσαν το κολάρο με το ειδικό χερούλι για τον τυφλό και περίμενε τον νέο του σύντροφο. Συνέχισε και δούλευε όπως δούλευε με τον Τομ. Ο νέος του σύντροφος ήταν πολύ μελαγχολικός και σπάνια του σφύριζε. Δεν του έδινε παραγγέλματα. Σκεφτόταν πως δεν θα σκύψει να τον χαιδέψει όπως ο Τομ. Και του έλειπε πολύ ο παλιός του σύντροφος . Τον σκεφτόταν συνέχεια. Δεν ήξερε ότι είχε πεθάνει. Νόμιζε πως την μέρα που τους βρήκε η καταστροφή είχε κάνει λάθος και για αυτό τους είχαν χωρίσει.
Ήταν ένα απόγευμα που στο εργοτάξιο υπήρχε συνωστισμός. Από το πρωί είχε την εικόνα του Τομ στο μυαλό του.Κάποια στιγμή πίστεψε πως τον αναγνώρισε στο πλήθος. Άρχισε να γαυγίζει και να κουνάει την ουρά του. Δάγκωσε το χέρι του συντρόφου για να τον ελευθερώσει κι έτρεξε με όλη του την δύναμη προς την κατεύθυνση που είχε αναγνωρίσει μια φιγούρα σαν την φιγούρα του Τομ. Πλησιάζοντας κατάλαβε πως δεν ήταν αυτός για τον οποίο ήλπιζε να είναι πίστευε όμως πως ο Τομ ήταν κάπου εκεί ανάμεσα. Γύρισε στον σύντροφό του που όλη αυτή την ώρα δεν είχε σταματήσει να σφυρίζει. Όταν έφτασε σε αυτόν και περίμενε μια αγκαλιά ή ένα χάδι στην πλάτη , πήρε μόνο μια δυνατή φωνή κι ένα γερό χαστούκι στο πρόσωπο.Δεν τον ένοιαξε. Στο μυαλό του υπήρχε μόνο η ιδέα της ανεύρεσης του Τομ. Κι ίσως μια μέρα να πέθανε με αυτή.
Όποια ιστορία κι αν διαλέξεις να πιστέψεις δεν έχει σημασία. Ο σκύλος είναι πάντα σκύλος. Έτσι γεννιέται κι έτσι πεθαίνει .Αλλά δεν είναι αποτέλεσμα εκπαίδευσης αυτό. Ούτε καλής ράτσας. Είναι γραμμένο στον γενετικό του κώδικα. Κι όσο κι αν πονέσει είτε από κάποιο τραύμα , είτε από την απώλεια του συντρόφου του δεν σταματά να ελπίζει και να έχει το κεφάλι του ψηλά.Δεν περιμένει να πάρει , δίνει ακόμα κι αν του πετάξεις ψίχουλα. Και μην πιστέψεις πως έχει ελαφρότερη νοημοσύνη από σένα και προσπαθήσεις να τον απατήσεις. Ίσως κάποια πράγματα τα αντιλαμβάνεται διαφορετικά από σένα αλλά δεν παύει να τα κρύβει για να μην του βρεις ελαφρυντικά .



 
COMMENTS