Με ή χωρίς | version: 8.08.2011 00:13
Κλειδώσαμε την λύση του μεγάλου παιχνιδιού.
Μεγάλο ρίσκο.
Αλλά έτσι είμαστε.
Κι εγώ κι ο Γιώργος.
Όλο το βράδυ μετρούσαμε τα λεφτά.
Μας πήρε ο ύπνος στα σκαλιά.
Έφτιαξα καφέ και σύρθηκα μέχρι τον νιπτήρα.
Άπλωσα τον αφρό από τα δεξιά.
Και πήρα το ψαλίδι και το ξυράφι.
Ήμουν αποφασισμένος, με τα εργαλεία αυτά, να φτιάξω την καρικατούρα του σκληρού.
Έκλεισα τα μάτια για να φανταστώ τα πρόσωπα που θα είχα αργότερα αντιπάλους στο τραπέζι.
Και να καταλήξω στην εικόνα που ήθελα για μένα.
Εφτά περάσματα με το ξυράφι.
Πετσέτα.
Μούσι νέγρου φυλακισμένου. Στο πλάτος της φαβορίτας να κατεβαίνει μέχρι το πηγούνι για να ενωθεί με το μουστάκι.
Ήμουν έτοιμος να τα βάλω με τον αρχηγό των σκίνχεντ και με την αρμάδα του μαζί.
Αφρός, ξυράφι.
Χοντρό μουστάκι να κυλά σαν μαύρη οχιά μέχρι το λαιμό.
Ένιωσα ο πιο σκληρός μεξικάνος ασσασίνος.
Κατεβασμένα φρύδια. Κίτρινα δόντια. Ιδρωμένο μέτωπο.
Έτοιμος να ορμήξω στον νταβατζή στην γωνιά του μπαρ, να μαχαιρώσω το βαποράκι που μου χρωστά λεφτά και να καθίσω στο σκαμπό μου σαν να μην συμβαίνει τίποτα για να πιώ την ξινή μου μπύρα.
Δεν έπειθα.
Η επόμενη απόπειρα ήταν κι η τελευταία.
Μόλις απομάκρυνα την πετσέτα αντίκρισα το πιο λεπτό μουστάκι που θα μπορούσα να έχω.
Φόρεσα λευκό μπλουζάκι χωρίς μανίκια κι ανέβασα τις τιράντες μου.
Έβρεξα τα μαλλιά κι τα μάζεψα σε σφιχτό κόμπο.
Οδοντογλυφίδα στο στόμα.
Αυτός είμαι.
Ο Σικελιανός, ο τελευταίος τροχός της άμαξας.
Που αφήνει το περίστροφο στο τραπέζι και τρώει μακαρόνια, ενώ δίπλα του τρέχουν τα παιδιά του.
Που δεν έχει κάνει ή δεν θα κάνει τίποτε σπουδαίο και τρανό στην Φαμίλια, όμως δείχνει ο πιο ζόρικος απ’όλους.
Η οδοντογλυφίδα έπεσε.
Έξω από την πόρτα η φωνή του Γιώργου με καλούσε.
Πήρα όσο αφρό είχε μείνει μέσα στο βαζάκι.
Είχαμε αργήσει.
Σε όλη την διαδρομή με στρίμωχνε να του εξηγήσω γιατί ξυρίστηκα.
Ρωτούσα επί μισή ώρα, χωρίς να του απαντώ.
Πήραμε την στροφή για Λουτράκι.
«Δεν πάνε στο διάολο; Θα τους φάω κι έτσι».
Μεγάλο ρίσκο.
Αλλά έτσι είμαστε.
Κι εγώ κι ο Γιώργος.
Όλο το βράδυ μετρούσαμε τα λεφτά.
Μας πήρε ο ύπνος στα σκαλιά.
Έφτιαξα καφέ και σύρθηκα μέχρι τον νιπτήρα.
Άπλωσα τον αφρό από τα δεξιά.
Και πήρα το ψαλίδι και το ξυράφι.
Ήμουν αποφασισμένος, με τα εργαλεία αυτά, να φτιάξω την καρικατούρα του σκληρού.
Έκλεισα τα μάτια για να φανταστώ τα πρόσωπα που θα είχα αργότερα αντιπάλους στο τραπέζι.
Και να καταλήξω στην εικόνα που ήθελα για μένα.
Εφτά περάσματα με το ξυράφι.
Πετσέτα.
Μούσι νέγρου φυλακισμένου. Στο πλάτος της φαβορίτας να κατεβαίνει μέχρι το πηγούνι για να ενωθεί με το μουστάκι.
Ήμουν έτοιμος να τα βάλω με τον αρχηγό των σκίνχεντ και με την αρμάδα του μαζί.
Αφρός, ξυράφι.
Χοντρό μουστάκι να κυλά σαν μαύρη οχιά μέχρι το λαιμό.
Ένιωσα ο πιο σκληρός μεξικάνος ασσασίνος.
Κατεβασμένα φρύδια. Κίτρινα δόντια. Ιδρωμένο μέτωπο.
Έτοιμος να ορμήξω στον νταβατζή στην γωνιά του μπαρ, να μαχαιρώσω το βαποράκι που μου χρωστά λεφτά και να καθίσω στο σκαμπό μου σαν να μην συμβαίνει τίποτα για να πιώ την ξινή μου μπύρα.
Δεν έπειθα.
Η επόμενη απόπειρα ήταν κι η τελευταία.
Μόλις απομάκρυνα την πετσέτα αντίκρισα το πιο λεπτό μουστάκι που θα μπορούσα να έχω.
Φόρεσα λευκό μπλουζάκι χωρίς μανίκια κι ανέβασα τις τιράντες μου.
Έβρεξα τα μαλλιά κι τα μάζεψα σε σφιχτό κόμπο.
Οδοντογλυφίδα στο στόμα.
Αυτός είμαι.
Ο Σικελιανός, ο τελευταίος τροχός της άμαξας.
Που αφήνει το περίστροφο στο τραπέζι και τρώει μακαρόνια, ενώ δίπλα του τρέχουν τα παιδιά του.
Που δεν έχει κάνει ή δεν θα κάνει τίποτε σπουδαίο και τρανό στην Φαμίλια, όμως δείχνει ο πιο ζόρικος απ’όλους.
Η οδοντογλυφίδα έπεσε.
Έξω από την πόρτα η φωνή του Γιώργου με καλούσε.
Πήρα όσο αφρό είχε μείνει μέσα στο βαζάκι.
Είχαμε αργήσει.
Σε όλη την διαδρομή με στρίμωχνε να του εξηγήσω γιατί ξυρίστηκα.
Ρωτούσα επί μισή ώρα, χωρίς να του απαντώ.
Πήραμε την στροφή για Λουτράκι.
«Δεν πάνε στο διάολο; Θα τους φάω κι έτσι».
Poem versions
- 22.12.2012 21:30
- 8.08.2011 00:13
COMMENTS
ADD COMMENT
