Δημόσιος Κίνδυνος | version: 10.08.2011 18:28
Το φανάρι τους σταμάτησε έξω από το Δημοτικό σχολείο.
Ο μετανάστης πλησίασε με το σφουγγάρι και το λάστιχο για τα τζάμια.
Ένας μπεκρής σερνόταν στην διάβαση και πίσω του αγκομαχούσε ένας παχύσαρκος.
Οι επιβαίνοντες κοιτάχτηκαν καλά μεταξύ τους και μοίρασαν την παρτίδα.
Ο οδηγός ανέλαβε τον μετανάστη, με τις κλοτσιές και τις μπουνιές να συνοδεύουν βρισιές και φτυσιές.
Ο συνοδηγός άφησε ορθάνοικτη την πόρτα κι έτρεξε στον μπεκρή. Έσπασε το μπουκάλι το κρασί στο κεφάλι του και σταμάτησε όταν τον είδε να κλαίει και να γλύφει το αλκοόλ από την άσφαλτο.
Ο αδελφός από το πίσω κάθισμα που ήταν πιο γεμάτος στις πλάτες έδειρε όσο μπορούσε τον άνθρωπο που είχε ζάρες από ρινόκερο.
Ο τελευταίος βγήκε να ανάψει το τσιγάρο του κι είδε το βαποράκι να πλασάρει ναρκωτικά στα κάγκελα του σχολείου.
Δεν το σκέφτηκε για πολύ.
Τον έπιασε από τον σβέρκο και του υποσχέθηκε πως αν δει ή μάθει ότι πουλά και σε αλλοδαπούς θα τον σκοτώσει.
Επιβιβάστηκαν.
Το φανάρι άναψε πράσινο και χωρίς να κοιταχτούν είπε ο καθένας με την σειρά του.
Οδηγός : «Ας έμενε στο Μπαγκλαντές να καθαρίζει τζάμια».
Συνοδηγός : «Τον άλλο τον είδατε; Κι όμως αυτός έχει δικαίωμα ψήφου όπως εμείς».
Γεμάτες πλάτες : «Ο μετανάστης έπρεπε να πεθάνει, το ίδιο κι ο μεθύστακας. Στον χοντρό έδωσα αρκετές γροθιές στο στομάχι κι ελπίζω να πεθάνει από πείνα όπως του αξίζει.
Τελευταίος : «Εγώ ασχολήθηκα με τον Μάρλμπορο. Μοίραζε σακουλάκια στα παιδιά και του την χάρισα».
Οδηγός , συνοδηγός και γεμάτες πλάτες μαζί : «Τί , ζει»;
Τελευταίος : «Ναι, πείστηκα πως δεν έχει λογαριασμούς με μπάσταρδα. Μόνο με δικά μας παιδιά».
Ο μετανάστης πλησίασε με το σφουγγάρι και το λάστιχο για τα τζάμια.
Ένας μπεκρής σερνόταν στην διάβαση και πίσω του αγκομαχούσε ένας παχύσαρκος.
Οι επιβαίνοντες κοιτάχτηκαν καλά μεταξύ τους και μοίρασαν την παρτίδα.
Ο οδηγός ανέλαβε τον μετανάστη, με τις κλοτσιές και τις μπουνιές να συνοδεύουν βρισιές και φτυσιές.
Ο συνοδηγός άφησε ορθάνοικτη την πόρτα κι έτρεξε στον μπεκρή. Έσπασε το μπουκάλι το κρασί στο κεφάλι του και σταμάτησε όταν τον είδε να κλαίει και να γλύφει το αλκοόλ από την άσφαλτο.
Ο αδελφός από το πίσω κάθισμα που ήταν πιο γεμάτος στις πλάτες έδειρε όσο μπορούσε τον άνθρωπο που είχε ζάρες από ρινόκερο.
Ο τελευταίος βγήκε να ανάψει το τσιγάρο του κι είδε το βαποράκι να πλασάρει ναρκωτικά στα κάγκελα του σχολείου.
Δεν το σκέφτηκε για πολύ.
Τον έπιασε από τον σβέρκο και του υποσχέθηκε πως αν δει ή μάθει ότι πουλά και σε αλλοδαπούς θα τον σκοτώσει.
Επιβιβάστηκαν.
Το φανάρι άναψε πράσινο και χωρίς να κοιταχτούν είπε ο καθένας με την σειρά του.
Οδηγός : «Ας έμενε στο Μπαγκλαντές να καθαρίζει τζάμια».
Συνοδηγός : «Τον άλλο τον είδατε; Κι όμως αυτός έχει δικαίωμα ψήφου όπως εμείς».
Γεμάτες πλάτες : «Ο μετανάστης έπρεπε να πεθάνει, το ίδιο κι ο μεθύστακας. Στον χοντρό έδωσα αρκετές γροθιές στο στομάχι κι ελπίζω να πεθάνει από πείνα όπως του αξίζει.
Τελευταίος : «Εγώ ασχολήθηκα με τον Μάρλμπορο. Μοίραζε σακουλάκια στα παιδιά και του την χάρισα».
Οδηγός , συνοδηγός και γεμάτες πλάτες μαζί : «Τί , ζει»;
Τελευταίος : «Ναι, πείστηκα πως δεν έχει λογαριασμούς με μπάσταρδα. Μόνο με δικά μας παιδιά».
Poem versions
- 22.12.2012 21:12
- 10.08.2011 18:28
COMMENTS
ADD COMMENT
