Sticky Fingers | version: 19.08.2011 03:10
Τα κλειδιά τα είχαν οι καθαρίστριες.
Άνοιγαν, καθάριζαν και παραλάμβαναν προμήθειες.
Το αφεντικό ερχόταν να ελέγξει πως όλα πήγαιναν ρολόι.
Κι εγώ εμφανιζόμουν αργοπορημένος κατά μια ώρα κάθε μέρα.
Στο «sticky fingers».
Για έναν τσαμπουκά που άφησε χρέος, ο μόνος τρόπος για να ξεπληρώσω ήταν να δουλέψω πίσω από την μπάρα για ένα μήνα. Όταν ο μήνας πέρασε ρώτησα.
«Αυτό ήταν»;
Και μου απήντησε το αφεντικό. «Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα»
«Γι αυτό ρώτησα… πόσο χειρότερα είναι να πληρώνομαι κάθε βράδυ»;
Δεν το σκέφτηκε καθόλου και ρώτησε σαν σωστός επιχειρηματίας «Μαζί με τα ποτά που πίνεις»;
Δώσαμε τα χέρια.
Ένα μήνα μετά δεν θυμόμουν το ποσό.
Ήξερα μόνο πως αμείβομαι όσο τα αμερικανάκια πίσω από τα κάγκελα.
Και χτες ήταν η τελευταία μέρα στο μπαρ ,που ξεπλήρωνα με ένα μήνα δουλειά , για δεύτερη φορά.
Ένα μήνα πριν, είχα κάνει το «sticky fingers» , σπίτι μου.
Κοιμόμουν εκεί. Έκανα μπάνιο εκεί κι εξακολουθούσα να αργώ στην βάρδια μου.
Τις τετάρτες δεν είχαμε τόσο κόσμο κι είχα την συγκατάθεση της πλειοψηφίας να καπνίσω όσα τσιγάρα θέλω όση ώρα σέρβιρα ποτά. «Κράτα μόνο τα προσχήματα. Σκύψε και στρίψε χωρίς να σε βλέπουν» με συμβούλευαν.
Κι έτσι έκανα.
Και μια Τετάρτη βράδυ που ακόμα κι ο Ρόμπερτ με τον Τζέισον έπαιζαν τις κιθάρες τους τόσο βαριεστημένα, σηκώθηκα με το τσιγάρο αναμμένο και δεν πρόσεξα πως μπροστά μου καθόταν πελάτης. Φύσηξα πάνω του όλο τον καπνό και ρούφηξα την δεύτερη τζούρα.
Ο καπνός διαλύθηκε και παρατήρησα την μόστρα του. Αδύνατο πρόσωπο , ξυρισμένοι κρόταφοι και μια λωρίδα μαλλιά. Σκουλαρίκι στο αυτί , στη μύτη , στο φρύδι. Χαμογέλασε όπως το κάνουν οι Γαλλίδες και ρώτησε τον διπλανό του για ποτό. Ο διπλανός ήταν ο Τζίμης. Πιστός θαμώνας. Δεν ήθελε κανείς να πλακωθεί μαζί του. Η σωματοδομή του παρέπεμπε σε παλαιστή του ΄60.
Δέχτηκε το κέρασμα. Δεν ντρεπόταν μπροστά μας. Είχε χάσει την ντροπή του όταν αντί για ματσακόνι χτυπούσε το «εργαλείο» του συναδέλφου του, στο στόμα του.Στο Πέραμα.
Το αδύνατο πρόσωπο, μου μετέφερε την παραγγελία με δύο παρατεταμένα δάχτυλα. Ή έκανε τον χαζό, ή συνέχιζε να προσποιείτε την Γαλλίδα ή είχε καταλάβει πως έχω μαστουρώσει.
Δεν τον άκουσα ούτε την δεύτερη φορά ούτε την τρίτη κι ας γούρλωνε απελπιστικά τα μάτια του.
Μου έκανε νόημα να πάω κοντύτερα. Να μου φωνάξει στο αυτί.
«Δύο κοσμοπόλιταν κούκλε» και με δάγκωσε στον λοβό του αυτιού μου.
Η πρώτη μου κίνηση ήταν να πετάξω το μπουκάλι με την μπύρα μου στα κάγκελα που για λόγους εντυπωσιασμού και περηφάνιας, χώριζαν τα αμερικανάκια από το μπαρ και τους μπαρόβιους.
Η μουσική σταμάτησε.
Ο Ρόμπερτ είπε « Επιτέλους… πέρασε τόσος καιρός αλλά θυμήθηκαν πως τα κάγκελα υπάρχουν για να σπάνε τα άδεια μπουκάλια τους. Γέεααα.»
Ο Τζέισον είπε «Έχεις δίκιο Ρόμπυ. Παίζουμε καλά. Αλλά ποίος το πέταξε…»;
Εγώ είπα «Εγώ ρε μαλάκες».
Μαζί είπαν «Μπράβο. Σου αρέσει που παίζουμε Radiohead καμιά φορά…right»;
Εγώ είπα «Δεν είναι αυτό…. Απλά εδώ δεν είναι American Bar»;
Μαζί είπαν «Φυσικά είναι».
«Ξέρετε, μόλις πήρα μια παραγγελία για κοσμοπόλοταν. Εδώ μέσα. Και ναι , θα μπορούσα να εξαντλήσω την ευγένεια μου , εξηγώντας πως δεν σερβίρουμε κοκτέιλς . Αλλά αυτός ο καριόλης μου δάγκωσε το αυτί και φλερτάρει με τον Τζίμη.»
Μαζί είπαν «Μαζί σου ,μην φτιάξεις τα κόσμο που σου παρήγγειλαν αλλά δεν σε αφορά αν φλερτάρουν».
Ήμουν έτοιμος να αρπάξω μπουκάλια για να τα πετάξω προς πάσα κατεύθυνση αλλά το δεξί μου χέρι σταμάτησε το δεξί χέρι του Τζίμη. Με τράβηξε έξω από την μπάρα πριν το καταλάβω και με πέταξε μπροστά στα κάγκελα. Συνέχισε με κλοτσιές. Με σήκωσε και με κράτησε όρθιο για να με φορτώσει και μερικές γροθιές στα πλευρά. Με άφησε να σωριαστώ ξανά στο πάτωμα κι από πάνω μου ήρθαν τα αμερικανάκια.
«Σου άξιζε. Ρατσιστή .»
Ένιωθα τον πόνο παντού κι είχα την γεύση του αίματος όταν άκουσα και το αφεντικό να ρωτάει «Πόσο θα σου πάρει να συνέλθεις»;
«Μια εβδομάδα». Υπολόγισα.
«Κοίτα αυτή την εβδομάδα να βρεις καμιά μπάντα να έρθει να παίξει. Αυτούς θα τους διώξω.» είπε με αποφασιστικότητα.
«Θα γίνω καλά σε μια εβδομάδα». Ξεχάστηκα.
«Άκουσες τι σου είπα; Ψάξε να βρεις μπάντα. Ποίος νοιάζεται αν γίνεις καλά ,αφού είναι θέμα χρόνου να πλακωθείς ξανά. Εύχομαι μόνο η επόμενη φορά να είναι μετά από ένα μήνα. Γιατί θα μείνεις να δουλέψεις ένα μήνα για μένα. Κι όταν τελειώσει ο μήνας θα φύγεις. Κατάλαβες»;
Ακόμα δεν κατάλαβα.
Πως πέρασε κι αυτός ο μήνας.
Άνοιγαν, καθάριζαν και παραλάμβαναν προμήθειες.
Το αφεντικό ερχόταν να ελέγξει πως όλα πήγαιναν ρολόι.
Κι εγώ εμφανιζόμουν αργοπορημένος κατά μια ώρα κάθε μέρα.
Στο «sticky fingers».
Για έναν τσαμπουκά που άφησε χρέος, ο μόνος τρόπος για να ξεπληρώσω ήταν να δουλέψω πίσω από την μπάρα για ένα μήνα. Όταν ο μήνας πέρασε ρώτησα.
«Αυτό ήταν»;
Και μου απήντησε το αφεντικό. «Θα μπορούσε να είναι και χειρότερα»
«Γι αυτό ρώτησα… πόσο χειρότερα είναι να πληρώνομαι κάθε βράδυ»;
Δεν το σκέφτηκε καθόλου και ρώτησε σαν σωστός επιχειρηματίας «Μαζί με τα ποτά που πίνεις»;
Δώσαμε τα χέρια.
Ένα μήνα μετά δεν θυμόμουν το ποσό.
Ήξερα μόνο πως αμείβομαι όσο τα αμερικανάκια πίσω από τα κάγκελα.
Και χτες ήταν η τελευταία μέρα στο μπαρ ,που ξεπλήρωνα με ένα μήνα δουλειά , για δεύτερη φορά.
Ένα μήνα πριν, είχα κάνει το «sticky fingers» , σπίτι μου.
Κοιμόμουν εκεί. Έκανα μπάνιο εκεί κι εξακολουθούσα να αργώ στην βάρδια μου.
Τις τετάρτες δεν είχαμε τόσο κόσμο κι είχα την συγκατάθεση της πλειοψηφίας να καπνίσω όσα τσιγάρα θέλω όση ώρα σέρβιρα ποτά. «Κράτα μόνο τα προσχήματα. Σκύψε και στρίψε χωρίς να σε βλέπουν» με συμβούλευαν.
Κι έτσι έκανα.
Και μια Τετάρτη βράδυ που ακόμα κι ο Ρόμπερτ με τον Τζέισον έπαιζαν τις κιθάρες τους τόσο βαριεστημένα, σηκώθηκα με το τσιγάρο αναμμένο και δεν πρόσεξα πως μπροστά μου καθόταν πελάτης. Φύσηξα πάνω του όλο τον καπνό και ρούφηξα την δεύτερη τζούρα.
Ο καπνός διαλύθηκε και παρατήρησα την μόστρα του. Αδύνατο πρόσωπο , ξυρισμένοι κρόταφοι και μια λωρίδα μαλλιά. Σκουλαρίκι στο αυτί , στη μύτη , στο φρύδι. Χαμογέλασε όπως το κάνουν οι Γαλλίδες και ρώτησε τον διπλανό του για ποτό. Ο διπλανός ήταν ο Τζίμης. Πιστός θαμώνας. Δεν ήθελε κανείς να πλακωθεί μαζί του. Η σωματοδομή του παρέπεμπε σε παλαιστή του ΄60.
Δέχτηκε το κέρασμα. Δεν ντρεπόταν μπροστά μας. Είχε χάσει την ντροπή του όταν αντί για ματσακόνι χτυπούσε το «εργαλείο» του συναδέλφου του, στο στόμα του.Στο Πέραμα.
Το αδύνατο πρόσωπο, μου μετέφερε την παραγγελία με δύο παρατεταμένα δάχτυλα. Ή έκανε τον χαζό, ή συνέχιζε να προσποιείτε την Γαλλίδα ή είχε καταλάβει πως έχω μαστουρώσει.
Δεν τον άκουσα ούτε την δεύτερη φορά ούτε την τρίτη κι ας γούρλωνε απελπιστικά τα μάτια του.
Μου έκανε νόημα να πάω κοντύτερα. Να μου φωνάξει στο αυτί.
«Δύο κοσμοπόλιταν κούκλε» και με δάγκωσε στον λοβό του αυτιού μου.
Η πρώτη μου κίνηση ήταν να πετάξω το μπουκάλι με την μπύρα μου στα κάγκελα που για λόγους εντυπωσιασμού και περηφάνιας, χώριζαν τα αμερικανάκια από το μπαρ και τους μπαρόβιους.
Η μουσική σταμάτησε.
Ο Ρόμπερτ είπε « Επιτέλους… πέρασε τόσος καιρός αλλά θυμήθηκαν πως τα κάγκελα υπάρχουν για να σπάνε τα άδεια μπουκάλια τους. Γέεααα.»
Ο Τζέισον είπε «Έχεις δίκιο Ρόμπυ. Παίζουμε καλά. Αλλά ποίος το πέταξε…»;
Εγώ είπα «Εγώ ρε μαλάκες».
Μαζί είπαν «Μπράβο. Σου αρέσει που παίζουμε Radiohead καμιά φορά…right»;
Εγώ είπα «Δεν είναι αυτό…. Απλά εδώ δεν είναι American Bar»;
Μαζί είπαν «Φυσικά είναι».
«Ξέρετε, μόλις πήρα μια παραγγελία για κοσμοπόλοταν. Εδώ μέσα. Και ναι , θα μπορούσα να εξαντλήσω την ευγένεια μου , εξηγώντας πως δεν σερβίρουμε κοκτέιλς . Αλλά αυτός ο καριόλης μου δάγκωσε το αυτί και φλερτάρει με τον Τζίμη.»
Μαζί είπαν «Μαζί σου ,μην φτιάξεις τα κόσμο που σου παρήγγειλαν αλλά δεν σε αφορά αν φλερτάρουν».
Ήμουν έτοιμος να αρπάξω μπουκάλια για να τα πετάξω προς πάσα κατεύθυνση αλλά το δεξί μου χέρι σταμάτησε το δεξί χέρι του Τζίμη. Με τράβηξε έξω από την μπάρα πριν το καταλάβω και με πέταξε μπροστά στα κάγκελα. Συνέχισε με κλοτσιές. Με σήκωσε και με κράτησε όρθιο για να με φορτώσει και μερικές γροθιές στα πλευρά. Με άφησε να σωριαστώ ξανά στο πάτωμα κι από πάνω μου ήρθαν τα αμερικανάκια.
«Σου άξιζε. Ρατσιστή .»
Ένιωθα τον πόνο παντού κι είχα την γεύση του αίματος όταν άκουσα και το αφεντικό να ρωτάει «Πόσο θα σου πάρει να συνέλθεις»;
«Μια εβδομάδα». Υπολόγισα.
«Κοίτα αυτή την εβδομάδα να βρεις καμιά μπάντα να έρθει να παίξει. Αυτούς θα τους διώξω.» είπε με αποφασιστικότητα.
«Θα γίνω καλά σε μια εβδομάδα». Ξεχάστηκα.
«Άκουσες τι σου είπα; Ψάξε να βρεις μπάντα. Ποίος νοιάζεται αν γίνεις καλά ,αφού είναι θέμα χρόνου να πλακωθείς ξανά. Εύχομαι μόνο η επόμενη φορά να είναι μετά από ένα μήνα. Γιατί θα μείνεις να δουλέψεις ένα μήνα για μένα. Κι όταν τελειώσει ο μήνας θα φύγεις. Κατάλαβες»;
Ακόμα δεν κατάλαβα.
Πως πέρασε κι αυτός ο μήνας.
Poem versions
- 22.12.2012 21:21
- 19.08.2011 03:10
Kommentare
Kommentar hinzufügen
