Εφιάλτης
Χθες ήταν που η μνήμη μου μέσα σε κραυγές και λυγμούς
γέννησε την μορφή σου.
Τόσους αιώνες περιφερόταν κυνηγημένη από τύψεις
και μέσα στα σπλάχνα της σε κουβαλούσε.
Κι αν καταφύγιο σε σπηλιές και λερές αγκαλιές έβρισκε
ήταν τα νύχια σου που στα μύχια της κοφτερά τα ένιωθε.
Μια κατάρα, μ’ απόγνωση την οδηγούσε σε γκρεμούς
κι ένα αόρατο χέρι την κρατούσε καρφωμένη.
Εσύ μεγάλωνες και τρεφόσουν με το μυαλό της.
Εσύ όψη αποκτούσες κι αυτή έλιωνε σαν ψευδαίσθηση.
Με μόνο σκέπασμα την Λήθη, με βλέμμα νεκρό,
σχεδόν ανύπαρκτη, τελείως παρανοϊκή,
την πρώτη Πανσέληνο, σε μια ακτή που ξεβράζονται
στοιχειωμένα ναυάγια,
εκεί που η μνήμη μου άφησε την τελευταία της πνοή,
ακούστηκε η πρώτη ιαχή σου…
Ποια αρρωστημένη εποχή σε γέννησε
κι έτσι σκοτεινός εφιάλτης ορίζεις την μοίρα μου…
Μ’ ένα νεύμα σου και το σχοινί στα χέρια σφίγγει.
Μ’ ένα βλέμμα σου και το ψύχος αιώνια μ’ αγκαλιάζει.
Σ΄ ένα μπουντρούμι μιας λησμονημένης αβύσσου,
εκεί το πεπρωμένο μου έχτισες…
γέννησε την μορφή σου.
Τόσους αιώνες περιφερόταν κυνηγημένη από τύψεις
και μέσα στα σπλάχνα της σε κουβαλούσε.
Κι αν καταφύγιο σε σπηλιές και λερές αγκαλιές έβρισκε
ήταν τα νύχια σου που στα μύχια της κοφτερά τα ένιωθε.
Μια κατάρα, μ’ απόγνωση την οδηγούσε σε γκρεμούς
κι ένα αόρατο χέρι την κρατούσε καρφωμένη.
Εσύ μεγάλωνες και τρεφόσουν με το μυαλό της.
Εσύ όψη αποκτούσες κι αυτή έλιωνε σαν ψευδαίσθηση.
Με μόνο σκέπασμα την Λήθη, με βλέμμα νεκρό,
σχεδόν ανύπαρκτη, τελείως παρανοϊκή,
την πρώτη Πανσέληνο, σε μια ακτή που ξεβράζονται
στοιχειωμένα ναυάγια,
εκεί που η μνήμη μου άφησε την τελευταία της πνοή,
ακούστηκε η πρώτη ιαχή σου…
Ποια αρρωστημένη εποχή σε γέννησε
κι έτσι σκοτεινός εφιάλτης ορίζεις την μοίρα μου…
Μ’ ένα νεύμα σου και το σχοινί στα χέρια σφίγγει.
Μ’ ένα βλέμμα σου και το ψύχος αιώνια μ’ αγκαλιάζει.
Σ΄ ένα μπουντρούμι μιας λησμονημένης αβύσσου,
εκεί το πεπρωμένο μου έχτισες…
COMMENTS
ADD COMMENT
